|
|
Τριγλυκεριδία
Άτομα με υψηλά τριγλυκερίδια έχουν συχνά υψηλά επίπεδα
ολικής χοληστερίνης, και LDL χοληστερίνης
και χαμηλά επίπεδα HDL χοληστερίνης.
Πολλοί άνθρωποι με στεφανιαία νόσο έχουν υψηλά επίπεδα
τριγλυκεριδίων. Πολλές κλινικές μελέτες έδειξαν ότι άτομα με επίπεδα
τριγλυκεριδίων πάνω από 200 mg/dL έχουν ηυξημένο κίνδυνο στεφανιαίας
νόσου. Άτομα με σακχαρώδη διαβήτη ή παχυσαρκία έχουν συχνά υψηλά
επίπεδα τριγλυκεριδίων.
Φυσικά δεν είναι γνωστό αν η φαρμακευτική
διόρθωση της υπερτριγλυκεριδαιμίας
Περισσότερα... |
|
Στατίνες
Οι στατίνες είναι τα πιο
συχνά χρησιμοποιύμενα φάρμακα για τη μείωση της χοληστερίνης.
Σε αυτές ανήκουν η σιμβαστατίνη, πραβαστατίνη,
ατορβαστατίνη, φλουβαστατίνη, λοβαστατίνη και ροσουβαστατίνη. Δρουν
μέσω αναστολής ενός ενζύμου πού συμμετέχει στη σύνθεση της
χοληστερίνης στο ήπαρ (αναγωγάση HMG-CoA).
Μειώνουν την «κακή» χοληστερόλη (LDL, αλλά
και τα τριγλυκερίδια, ενώ προκαλούν και μικρή αύξηση της «καλής»
χοληστερόλης (HDL). Σε όλες τις μεγάλες
κλινικές μελέτες έχει αποδειχθεί ότι ή χορήγηση στατινών σε ασθενείς
με στεφανιαία νόσο αλλά και σε υγιή άτομα υψηλού κινδύνου μειώνει τα
εμφράγματα μυοκαρδίου, τους θανάτους από στεφανιαία νόσο αλλά και το
συνολικό αριθμό θανάτων, έτσι ώστε η μη χορήγηση τους να θεωρείται
πλέον ιατρικό λάθος. Οι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες τους είναι
η ήπατοτοξικότητα και η μυοπάθεια, όμως και οι δυο είναι ασυνήθεις
και σπάνια απαιτούν διακοπή του φαρμάκου. Οι αυξήσεις των ηπατικών
ενζύμων (τρανσαμινασών, SGOT,
SGPT) πού προκαλούν οι στατίνες είναι
συχνά παροδικές και εξαρτώνται από τη δόση: όσο μεγαλύτερη είναι ή
δόση, τόσο αυξάνει η πιθανότητα να εμφανισθούν. Έχει ιδιαίτερη
σημασία το γεγονός ότι μόλις διακοπεί η στατίνη, τότε οι τιμές των
τρανσαμινασών επιστρέφουν πάλι στο φυσιολογικό χωρίς να προκαλείται
μόνιμη ηπατική βλάβη. Για αυτό το λόγο συστήνεται η τακτική
παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων και η διακοπή του φαρμάκου αν
διαπιστωθεί αύξηση τους τρεις φορές πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό
όριο. Μια συχνή παρενέργεια των σταπνων είναι η πρόκληση διάχυτων
μυαλγιών που μερικές φορές είναι αρκετά ενοχλητικές. Η μείωση της
δόσης της στατίνης ή η αντικατάσταση της με μια άλλη στατίνη λύνει
τις περισσότερες φορές το πρόβλημα.
Περισσότερα... |
 |
| |
Οι φυσιολογικές τιμές της χοληστερίνης
Η χοληστερίνη δεν κυκλοφορεί ελεύθερη στο αίμα, αλλά συνδεδεμένη με
πρωτεΐνες, σχηματίζοντας τις λιποπρωτεΐνες. Οι πιο γνωστές λιποπρωτεΐνες είναι η
λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL) και η λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL).
Η χοληστερίνη που μεταφέρουν οι λιποπρωτεΐνες αυτές είναι κοινώς γνωστή με τις
ονομασίες η «καλή» και η «κακή» χοληστερίνη, αντιστοίχως. Η λιποπρωτεΐνη υψηλής
πυκνότητας (HDL) μεταφέρει τη χοληστερίνη από τους ιστούς στο ήπαρ. Με τον τρόπο
αυτό μειώνεται η εναπόθεση χοληστερίνης στα αγγεία κι έτσι μειώνεται ο κίνδυνος
δημιουργίας αθηρωματικής πλάκας και, συνεπώς, απόφραξης των αγγείων. Για αυτό η
χοληστερίνη που μεταφέρεται μέσω της HDL είναι γνωστή ως «καλή» χοληστερίνη. Η λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL) μεταφέρει τη
χοληστερίνη από το ήπαρ προς
τους ιστούς. Όταν η LDL-χχοληστερίνη στο αίμα είναι αυξημένη, η περίσσια
χοληστερόλης εναποτίθεται στα τοιχώματα των αγγείων, συμβάλλοντας στη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας. Έτσι, η
χοληστερίνη που μεταφέρει η LDL είναι γνωστή ως
«κακή» χοληστερίνη. Συνεπώς, δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μόνο τα συνολικά
επίπεδα χοληστερίνης του αίματος, αλλά και την αναλογία HDL-χοληστερίνης προς LDL-χοληστερίνη.
Ποια είναι τα επιθυμητά επίπεδα χοληστερόλης;
Δεν υπάρχουν φυσιολογικά επίπεδα αλλά επιθυμητά επίπεδα ανάλογα με το άτομο
που εξετάζεται.
Κατηγοριοποίηση τιμών ολικής και LDL, HDL χοληστερόλης (σε mg/dl)
|
Ολική χοληστερίνης |
LDL-χοληστερίνης |
HDL-χοληστερίνη |
| <200 Επιθυμητή |
<100 Ιδανική |
<40 Χαμηλή |
| 200-239 Οριακά υψηλή |
100-129 Σχεδόν φυσιολογική |
>=60¤ Υψηλή |
| >= 240 Υψηλή |
130-159 Οριακά υψηλή |
|
| |
160-189 Υψηλή |
|
| |
>=190 Πολύ υψηλή |
|
Όταν η HDL-χοληστερίνη είναι υψηλή θεωρείται προστατευτικός παράγοντας
και εξουδετερώνει έναν παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Πέρα από την
υψηλή LDL-χοληστερίνη, άλλοι παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο είναι το
κάπνισμα, η υπέρταση, η χαμηλή τιμή HDL-χοληστερίνη, το οικογενειακό ιστορικό
πρώιμης στεφανιαίας νόσου και η ηλικία (άνδρες >45 ετών, γυναίκες >55 ετών). Ο
διαβήτης θεωρείται πια ισοδύναμος με στεφανιαία νόσο, και όχι απλώς παράγοντας
κινδύνου, όπως παλαιότερα.
| |
|
|
 |
 |
ΔΙΑΤΡΟΦΗ
Πληροφορίες για διατροφή
και δίαιτες
Η υγιεινή διατροφή
εξασφαλίζει γερή καρδιά και σώμα.
Διάβασε για
•
Δίαιτες
•
Μεσογειακή
διατροφή
•
Βιταμίνες,
ιχνοστοιχεία
Περισσότερα.....
|
 |
 |
 |
|
Μάθετε τη χοληστερόλη με
λίγα λόγια
Η υψηλή χοληστερόλη αίματος
είναι ένας από τους κύριους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.
Η χοληστερόλη είναι μια λιπαρή ουσία και αποτελεί βασικό συστατικό
της κυτταρικής μεμβράνης. Επίσης, είναι αναγκαία για τη σύνθεση
χολικών οξέων και ορμονών, όπως η βιταμίνη D και οι
στεροειδείς ορμόνες του φύλου. Η χοληστερόλη βρίσκεται σε τρόφιμα, όπως το
συκώτι, τα αυγά, το κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά το ήπαρ είναι αυτό
που συνθέτει τις μεγαλύτερες ποσότητες χοληστερόλης στο αίμα (60% περίπου είναι
ενδογενούς προέλευσης, δηλ. από το ήπαρ, ενώ το υπόλοιπο 40% είναι εξωγενούς,
δηλ. από τη διατροφή.
Η χοληστερόλη αίματος μεταφέρεται
σε λιποπρωτεΐνες:
• Λιποπρωτείνες χαμηλής
πυκνότητας (LDL, κακή χοληστερόλη) οι οποίες
μεταφέρουν χοληστερόλη από το ήπαρ στους ιστούς και αντιστοιχεί στο 70% περίπου
της χοληστερόλης αίματος.
• Ένα μικρότερο ποσοστό
μεταφέρεται σε λιποπρωτείνες υψηλής πυκνότητας (HDL,
καλή χοληστερόλη) από τους ιστούς προς το ήπαρ για αποβολή. Τα υψηλά επίπεδα
LDL συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαία
νόσο, ενώ τα υψηλά επίπεδα HDL είναι προστατευτικά.
Συνεπώς, η μέτρηση αμφότερων, της LDL και της ΗDL
χοληστερόλης, θα δώσει μία καλύτερη ένδειξη του κινδύνου για στεφανιαία
νόσο.
Η LDL είναι επιρρεπής σε βλάβη από
τις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου και είναι περισσότερο αθηρογόνος στην οξειδωμένη
μορφή της. Τα φυσιολογικά κύτταρα του ιστού δεν μπορούν να προσλάβουν οξειδωμένη
χοληστερόλη. Αντίθετα, αυτή προσλαμβάνεται από πολυσυλλεκτικά κύτταρα (μακροφάγα)
στα αρτηριακά τοιχώματα, και με αυτόν τον τρόπο προκαλεί αθηρογένεση. Οι τροφές
όπως τα λαχανικά, τα φρούτα και τα δημητριακά ολικής άλεσης περιέχουν "αντίοξειδωτικά",
τα οποία προσφέρουν προστασία έναντι των επιβλαβών δράσεων της οξείδωσης, που
μπορούν να επηρεάσουν τη στεφανιαία νόσο με πολλούς τρόπους.
|
|