|
|
|
AAIΑνασταλλόμενος τύπος κολπικής βηματοδότησης και ανίχνευσης. Συντομογραφία για τον αναστελλόμενο καρδιακό βηματοδότη με κολπικό προγραμματισμό. Βλ. βηματοδότης. Α2 (ΑΠ)Αορτικό στοιχείο του δεύτερου καρδιακού τόνου στο φωνοκαρδιογράφημα (βλ. λ.). Α-αναστολέαςΣυνων: αναστολέας των α-υποδοχέων. Χημική ουσία που καταλαμβάνει αναστρέψιμα τους α-υποδοχείς των κυττάρων ενός τελικού οργάνου, εξαλείφοντας τη χαρακτηριστική του αντίδραση. Βλ. Αδρενεργικός υποδοχέας. Α, Β, C, D, ΕΦάσεις στη διαδρομή της κίνησης της πρόσθιας γλωχίνας της μιτροειδούς στην υπερηχοκαρδιογραφία (βλ. λ.). A΄, B΄, C΄, D΄, E΄Φάσεις στη διαδρομή της κίνησης της οπίσθιας γλωχίνας της μιτροειδούς στην υπερηχοκαρδιογραφία (βλ. λ.). a, b, c, d, e, fΦάσεις στη διαδρομή της κίνησης της φυσιολογικής πνευμονικής βαλβίδας στην υπερηχοκαρδιογραφία (βλ. λ.). Αγγειακό Φύσημα (Vascular murmur)Σύντομος, οξύς συστολικός, πιθανά δε και διαστολικός τόνος στην αορτική ανεπάρκεια, ακουστός επάνω από καμπές αγγείων (ειδικά στη μηριαία αρτηρία κάτω από τον βουβωνικό σύνδεσμο), οφειλόμενος σε σχηματισμό δίνης σε απότομα και ισχυρά εξωθούμενο όγκο αίματος. Αγγειοπλαστική στεφανιαίων αρτηριώνΤεχνική χρησιμοποιούμενη από τα μέσα της δεκαετίας του '70 για τη διαστολή των στενωμένων στεφανιαίων αγγείων με τη βοήθεια καθετήρα που στην άκρη του φέρει μπαλόνι. Αντιπροσωπεύει μια εναλλακτική λύση προς τη χειρουργική των στεφανιαίων. Αγγειοδιασταλτικό φάρμακοΦάρμακο, που διαστέλλει τα αρτηρίδια και/ή τα φλεβίδια, κάνοντας δυνατή την ελάττωση του μεταφορτίου και/ή του προφορτίου (βλ. Συσταλτικότητα του μυοκαρδίου) της καρδιάς. Γι' αυτό τα αγγειοδιασταλτικά φάρμακα χρησιμοποιούνται ως θεραπεία στη στεφανιαία νόσο της καρδιάς, στην οξεία και χρονιά καρδιακή ανεπάρκεια και στη συστηματική αρτηριακή και πνευμονική υπέρταση. Μπορεί να γίνει διάκριση, ανάλογα με την κύρια διασταλτική τους δράση: 1. Φλεβικών αγγειοδιασταλτικών, που ελαττώνουν το προφορτίο, π.χ. νιτρώδη (βλ. λ.). 2. Αρτηριακών αγγειοδιασταλτικών, που ελαττώνουν την περιφερειακή αντίσταση και συνεπώς το μεταφορτίο, π.χ. υδραλαζίνη και πραζοσίνη. 3. Φλεβικών και αρτηριακών (περίπου εξίσου) αγγειοδιασταλτικών, π.χ. νιτροπρωσσικό νάτριο και φεντολαμίνη. ΑγγειοκαρδιογραφίαΑκτινολογική απεικόνιση της αορτής, των καρδιακών κοιλοτήτων (κοιλιογραφία βλ. λ.), των πνευμονικών αγγείων και των στεφανιαίων αγγείων (στεφανιαιογραφία βλ. λ.) με ένεση σκιαγραφικής ουσίας. Αγγειοσυσπαστική στηθάγχηΣτηθάγχη, προκαλούμενη από σπασμό των στεφανιαίων αρτηριών, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ηρεμία. Στο ηλεκτροκαρδιογράφημα παρουσιάζεται με παροδική πτώση ή ανάσπαση του ST. Βλ. επίσης: Σπασμός των στεφανιαίων αρτηριών και Στηθάγχη Prinzmetal. Αγωγή, αλλόδρομηΑνώμαλη διάδοση ή αγωγή της κολποκοιλιακής και (ή) της κοιλιακής διεγέρσεως με παραμόρφωση του QRS, επεκτεινόμενη μέχρι αποκλεισμό σκέλους επί εκτάκτων κολπικών συστολών. Αδρεναλίνη ή επινεφρίνηΜεταβιβαστής του συμπαθητικού νευρικού συστήματος σχηματιζόμενος στη μυελώδη μοίρα των επινεφριδίων. Δρα στους αδρενεργικούς υποδοχείς, διεγείροντας την καρδιά και την κυκλοφορία. Έτσι στην καρδιά η αδρεναλίνη αυξάνει το εύρος συστολής και την καρδιακή συχνότητα με συνακόλουθη αύξηση του κατά λεπτό όγκου αίματος και της συστολικής, αρτηριακής πίεσης. Αδρενεργικός υποδοχέαςΜοριακό ανατομικό στοιχείο μέσα ή επάνω στα κύτταρα ενός τελικού οργάνου με το οποίο αντιδρούν τα μόρια του αδρενεργικού μεταβιβαστού για να προκαλέσουν τη χαρακτηριστική ανταπόκριση του τελικού αυτού οργάνου. Έχει γίνει διάκριση σε α- και β- υποδοχέων. Οι α-υποδοχείς αντιδρούν εντονότερα στην αδρεναλίνη και τη νοραδρεναλίνη και ασθενέστερα στην ισοπρεναλίνη. Μεταξύ άλλων δράσεων οι α-υποδοχείς ενεργούν ως μεσάζοντες στην αγγειοσύσπαση στους σκελετικούς μυς και στη συστολή της μήτρας και του λείου μυός που διαστέλλει την κόρη. Μεταφέρουν ανασταλτικές αδρενεργικές ώσεις στους εντερικούς μυς. Οι β-υποδοχείς αντιδρούν ειδικά στην ισοπρεναλίνη, καλά στην αδρεναλίνη και λιγότερο καλά στη νοραδρεναλίνη. Μεταβιβάζουν ειδικά διεγερτικές αδρενεργικές ώσεις στην καρδιά και ανασταλτικές ώσεις στους λείους μυς των αγγειακών τοιχωμάτων στους μυς των βρόγχων, του εντέρου και της μήτρας. Δύο τύποι β-υποδοχέων αναγνωρίζονται: Οι β1-υποδοχείς που υπερέχουν αριθμητικά στην καρδιά (ασκώντας τη λεγόμενη καρδιοεκλεκτική διεγερτική δράση), στους νεφρούς (ελευθέρωση ρενίνης) και στο λιπώδη ιστό (λιπόλυση). Οι β2 υποδοχείς που υπερέχουν αριθμητικά στους λείους μυς των βρόγχων και των αγγείων. Αθλητική καρδιά (Sport heart)Εκδηλώσεις καρδιακής προσαρμογής στη χρόνια φυσιολογική αύξηση του φορτίου. Σε αθλήματα καθαρά ισχύος αυτό οδηγεί σε συγκεντρική υπερτροφία χωρίς αύξηση των διαστάσεων της καρδιάς. Σε αθλητές αντοχής οδηγεί σε έκκεντρη υπερτροφία όγκου με αύξηση των διαστάσεων και των τεσσάρων καρδιακών κοιλοτήτων. Αθροιστικός καλπασμόςΕιδική μορφή καλπαστικού ρυθμού, στην οποία οι κολπικοί (4ος τόνος) και οι κοιλιακοί τόνοι (3ος τόνος) συμπίπτουν και έτσι αθροίζονται. Εμφανίζεται επί ταχυκαρδίας με ή χωρίς την παρουσία οργανικής καρδιακής νόσου. Αιμαγγείωμα, καρδιακόΚαλοήθης αγγειακός όγκος, εντοπιζόμενος κυρίως στην περιοχή του μεσοκοιλιακού διαφράγματος. ΑιμοπερικάρδιοΑίμα στην κοιλότητα του περικαρδίου, τραυματικής κυρίως προέλευσης ή οφειλόμενο σε ρήξη ανευρύσματος του καρδιακού τοιχώματος μετά έμφραγμα. Αιμοσιδήρωση καρδιακήΕναπόθεση χρωστικής από διάσπαση αίματος στο μυοκάρδιο. Παρουσιάζεται στην κακοήθη αναιμία, την αιμολυτική αναιμία, τις συχνές μεταγγίσεις αίματος. Τελικά οδηγεί σε καρδιακή ανεπάρκεια. Αίσθημα παλμώνΔυσάρεστη αντίληψη της καρδιακής λειτουργίας κατά τη διαδρομή μιας καρδιακής νόσου. Εμφανίζεται κυρίως σε βαλβιδοπάθειες με υπερφόρτιση όγκου. ΑκετυλοδιγοξίνηΒλ. Καρδιογλυκοσίδες. Ακετυλοχολίνη (Acetylcholine)Μεταβιβαστής στις συνάψεις όλων των προγαγγλιακών νευρώνων του αυτόνομου νευρικού συστήματος, στις απολήξεις των μεταγαγγλιακών ινών του παρασυμπαθητικού, του συμπαθητικού σε κεντρικές συνάψεις και στις τελικές κινητικές πλάκες των σκελετικών μυών. Ακινησία (Akinesia)Ολική έλλειψη κινήσεως σε μια περιοχή του μυοκαρδίου. Βλ. ασυνεργία. Ακρόαση (Auscultation)Εξέταση των ακουστικών φαινόμενων της καρδιάς (τόνοι και φυσήματα) με το στηθοσκόπιο. ΑλδοστερόνηΟρμονική ουσία από τη σπειροειδή ζώνη της μυελώδους ζώνης των επινεφριδίων. Ρυθμίζει τη σχέση νατρίου/καλίου μέσω απορροφήσεως νατρίου που ανταλλάσσεται με κάλιο στο άπω σωληνάριο του νεφρού. Υποδοχείς της εξεργασίας αυτής είναι κύτταρα της πυκνής θηλής στο τέλος της αγκύλης του Henle, που καταγράφουν αποκλίσεις της συγκεντρώσεως νατρίου στο φυσιολογικά υπότονο περιεχόμενο των ουροφόρων σωληναρίων και θέτουν σε κίνηση το μηχανισμό ρενίνης - αγγειοτασίνης - αλδοστερόνης. Αλκοολική καρδιομυοπάθεια (alcohol cardiomyopathy)Μορφή συμφορητικής καρδιομυοπάθειας (βλ. λ.). Γενικευμένη διάταση της καρδιάς με ανομοιογενή υπερτροφία του μυοκαρδίου και διάμεση ίνωση, που μοιάζει με ιδιοπαθή συμφορητική καρδιομυοπάθεια. Η βλάβη του μυοκαρδίου στον άνθρωπο μπορεί να έχει διάφορες αιτίες, που συνήθως δρουν από κοινού: 1. Πραγματική αλκοολική βλάβη. 2. Έλλειψη θειαμίνης. 3. Έλλειψη πρωτεϊνών. 4. Υπερφόρτωση όγκου (π.χ. σε μεγάλους ζυθοπότες). 5. Επιπρόσθετη τοξική βλάβη, π.χ. οφειλόμενη σε κοβάλτιο (στη μπύρα) ή αρσενικό (στο κρασί). Αλλόδρομη αγωγήΒλ. αγωγή αλλόδρομη. Αλλόμενος σφυγμός (Water-hammer pulse, Collapsing pulse, Water-hammer pulse)Συνών: σφυγμός του Corrigan. Τυπικός σφυγμός με ταχεία άνοδο και μεγάλο εύρος στους μεγαλύτερους βαθμούς αορτικής ανεπάρκειας. Βλ. επίσης: Σφυγμός, τύποι. Αμυλοείδωση, πρωτοπαθής καρδιακή (Amyloidosis, primary cardiac)Σπάνια μορφή περιοριστικής καρδιομυοπάθειας (βλ. λ.). Εμφανίζεται ως επί το πλείστον στο δεύτερο ήμισυ της ζωής με ή χωρίς ταυτόχρονες αλλοιώσεις στις πρωτείνες του αίματος (πολλαπλούν μυέλωμα, μακροσφαιριναιμία του Waldenstrom, κρυοσφαιριναιμία). Οι εναποθέσεις αμυλοειδούς οδηγούν σε εξαφάνιση των αιμοφόρων τριχοειδών και ατροφία των κυττάρων του καρδιακού μυός. Οι πάσχουσες καρδιές έχουν χρώμα φαιό και σκληρή σύσταση, με εμπλοκή κυρίως των κολπικών τοιχωμάτων, της δεξιάς κοιλίας και της έξω στιβάδας του τοιχώματος του αριστερού κόλπου, του ερεθισματαγωγού συστήματος και των καρδιακών βαλβίδων. Αναζωογόνηση, καρδιοπνευμονική (Resuscitation, cardiopulmonary)Τεχνική, χρησιμοποιούμενη στην οξεία κυκλοφοριακή παύση (βλ. λ.) με χρήση άμεσου αερισμού και εξωτερικών μαλάξεων της καρδιάς και εν ανάγκη ηλεκτρικού απινιδισμού και εξωτερικής ή διαφλεβικής εφαρμογής βηματοδότη για τον εφοδιασμό των ζωτικών οργάνων, περιλαμβανομένης της καρδιάς, με οξυγονωμένο αίμα κι έτσι την αποκατάσταση της κυκλοφορίας. Αναπληρωματική παύλα (Compensatory pause)Παρατεταμένη ανερέθιστη περίοδος ύστερα από ορισμένες εκτακτοσυστολές (βλ. λ.), κατά τη διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να λάβει χώρα άλλη κοιλιακή διέγερση. Αναπνευστική αρρυθμίαΒλ. Αρρυθμία, αναπνευστική. Αναπόλωση (Repolarisation)Η σειρά με την οποία λαμβάνει χώρα η παλινδρόμηση μιας διεγέρσεως στα διάφορα μέρη της καρδιάς. Ακολουθεί τους ίδιους νόμους με τη διάδοση της διεγέρσεως (βλ. λ.). Ανάσπαση του ST (ST elevation)Ηλεκτροκαρδιογραφικός όρος για την ανάσπαση του διαστήματος ST επάνω από την ισοηλεκτρική γραμμή, ως ένδειξη διατοιχωματικής ισχαιμίας. Αναστολέας ACE (ACE inhibitor)Ειδικός ανταγωνιστικός αναστολέας του μετατατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Καταλαμβάνει τα ενεργά κέντρα του ενζύμου μετατροπής και έτσι αποκλείει τον ενζυμικό σχηματισμό αγγειοτασίνης II και τη διάσπαση της βραδυκινίνης σε ανενεργά πεπτίδια. Η αρτηριακή πίεση ελαττώνεται. Αναστολέας συγκολλήσης των αιμοπεταλίων (Platelet aggregation inhibitor).Χημική ουσία που εμποδίζει τη φυσιολογική συγκόλληση των θρομβοκυττάρων (αιμοπεταλίων), κι έτσι χρησιμοποιείται ως αντιπηκτικό (βλ. λ.). Τα σημαντικότερα κλινικά δοκιμασμένα φάρμακα είναι το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, η κλοπιδογρέλη, η διπυριδαμόλη και η σουλφινοπυραζόνη. Αναστολέας των β-υποδοχέων (Beta-receptor blocker)Ουσία με την οποία αναστέλλονται οι β-αδρενεργικές δράσεις του αυτόνομου νευρικού συστήματος στα τελικά όργανα δρώντας πάνω σε ειδικούς β-υποδοχείς (βλ. Αδρενεργικός υποδοχέας), στην οποία ο αναστολέας καταλαμβάνει τους υποδοχείς αυτούς. Όσον αφορά τη δράση τους σε διάφορα όργανα, μπορεί να γίνει τώρα διάκριση ορισμένων ουσιών, που διαθέτουν ιδιαίτερα μεγάλη συγγένεια για τους β1 υποδοχείς της καρδιάς (οι λεγόμενοι καρδιοεκλεκτικοί ή β1-εκλεκτικοί αναστολείς). Ορισμένοι αναστολείς των β-υποδοχέων, διαθέτουν και περιορισμένη αδρενεργική δραστηριότητα (τη λεγόμενη μερική συναγωνιστική δραστηριότητα (ΡΑΑ) ή ενδογενή συμπαθητικομιμητική δραστηριότητα (ISA). Αναστόμωση Blalock-Taussig (Blalock-Taussig anastomosis)Παρήγορη εγχείρηση για τη βελτίωση της πνευμονικής κυκλοφορίας επί πνευμονικής στένωσης, διά αναστομώσεως της υποκλειδίου ή της ανώνυμης αρτηρίας με τη πνευμονική αρτηρία του ιδίου ημιμορίου. Ανεπάρκεια, βαλβιδική (Incompetence)Βαλβιδική ανωμαλία, κυρίως της αορτής ή της μιτροειδούς, με παλινδρόμηση αίματος δια μέσου της κλειστής βαλβίδας. Ανεπάρκεια της μιτροειδούς (Mitral incompetence, MI)Καρδιακή βαλβιδοπάθεια, συνήθως επίκτητη, στην οποία η ανικανότητα της μιτροειδούς για σύγκλειση οδηγεί σε παλινδρόμηση αίματος στον αριστερό κόλπο κατά τη συστολή. Αιτιολογία: 1. Πρόπτωση της μιτροειδούς (βλ. λ.). 2. Ρευματικός πυρετός ως πρώιμη και όψιμη εκδήλωση. 3. Μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα (βλ. λ.), κυρίως σε βαλβίδα που παρουσιάζει ήδη βλάβη. 4. Ρήξη των τενόντιων χορδών π.χ., ως επιπλοκή ρευματικού πυρετού ή μικροβιακής ενδοκαρδίτιδας σε μύξωμα του κόλπου στο σύνδρομο προπτώσεως της μιτροειδούς και σε τραυματισμό του θώρακα. 5. Ισχαιμία, σε στεφανιαία νόσο ή έμφραγμα της καρδιάς, οφειλόμενη σε δυσλειτουργία θηλοειδούς μυός (βλ. λ.) ή ρήξη θηλοειδούς μυός (βλ. λ.). 6. Λειτουργική ανεπάρκεια της μιτροειδούς με διάταση του ινώδους δακτυλίου. 7. Συγγενής σε έλλειμμα του ενδοκαρδιακού προσκεφαλαίου (βλ. λ.). Μια αιμοδυναμικά σημαντική ανεπάρκεια της μιτροειδούς, οδηγεί σε υπερφόρτιση όγκου της αριστερής καρδιάς με τελική κατάληξη αριστερά καρδιακή ανεπάρκεια. Ανεπάρκεια της τριγλώχινας (Tricuspid incompetence, ΤΙ)Συνήθως επίκτητη, σπάνια συγγενής βαλβιδική ανωμαλία της καρδιάς, στην οποία η τριγλώχινα βαλβίδα δεν μπορεί να κλείσει τελείως, με παλινδρόμηση αίματος στον δεξιό κόλπο κατά τη διάρκεια της συστολής. Αιτιολογία: 1. Ρευματικός πυρετός, ως πρωτοπαθής και δευτεροπαθής εκδήλωση. 2. Διάταση του βαλβιδικού δακτυλίου της τριγλώχινας σε μυοκαρδιοπάθειες, συγγενείς καρδιακές νόσους, πνευμονική υπέρταση. 3. Μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα, κυρίως σε τοξικομανείς. 4. Ενδομυοκαρδιακή ίνωση, βλάβες των τενοντίων χορδών και των θηλοειδών μυών. 5. Θωρακική κάκωση. Μία αιμοδυναμικά σημαντική ανεπάρκεια της τριγλώχινας οδηγεί σε υπερφόρτιση όγκου της δεξιάς καρδιάς και τελικά ανεπάρκεια της δεξιάς καρδιάς. Ανεπάρκεια υψηλής παροχής (High-output failure)Βλ. Καρδιακή ανεπάρκεια. Ανεπάρκεια χαμηλής παροχής (Low-output failure)Βλ. Καρδιακή ανεπάρκεια. Ανερέθιστη περίοδος (Refractory period)Ο χρόνος μετά την έναρξη της διεγέρσεως μίας μυϊκής ίνας, στη διάρκεια του οποίου αυτή δεν αντιδρά καθόλου (απόλυτη ανερέθιστη περίοδος) ή αντιδρά μόνον εν μέρει (σχετική ανερέθιστη περίοδος) σε ένα επαναλαμβανόμενο ηλεκτρικό ερέθισμα. Ανεύρυσμα (Aneurysm)Περιγραμμένο εξόγκωμα του καρδιακού ή του αγγειακού τοιχώματος οφειλόμενο σε παθολογικές αλλοιώσεις με απώλεια της ελαστικότητας. Στην καρδιά είναι κυρίως αποτέλεσμα πρόσφατου εμφράγματος, όταν το νεκρωμένο καρδιακό τοίχωμα υποχωρεί στην εσωτερική πίεση (οξύ ανεύρυσμα του καρδιακού τοιχώματος). Αλλά και ένα έμφραγμα στη φάση της επούλωσης μπορεί να οδηγήσει σε ανεύρυσμα, αν ο ανελαστικός ουλώδης ιστός δεν μπορέσει να αντισταθεί για πολύ στην εσωτερική καρδιακή πίεση (χρόνιο ανεύρυσμα του καρδιακού τοιχώματος). Στη θωρακική αορτή τα ανευρύσματα θεωρούνται κυρίως ως όψιμο φαινόμενο συφιλιδικής λοιμώξεως (συφιλιδική μεσαορτίτιδα) ή συνέπεια ιδιοπαθούς νεκρώσεως του μέσου χιτώνα π.χ. στο σύνδρομο Marfan. Σε μερική ρήξη του τοιχώματος παράγεται το λεγόμενο διαχωριστικό ανεύρυσμα, με εισροή αίματος ανάμεσα στους χιτώνες του. Ανεύρυσμα αρτηριοφελβώδες, (Aneurysm, arteriovenous)Συνών: αρτηριοφλεβώδες συρίγγιο (φίστουλα). Βραχυκύκλωμα μεταξύ αρτηριακών και φλεβικών αγγείων, που παρακάμπτει τα τριχοειδή. Εμφανίζεται μετατραυματικώς στα άκρα, με τη μορφή στεφανιαίου αρτηριοφλεβώδους συριγγίου μεταξύ στεφανιαίας αρτηρίας και στεφανιαίας φλέβας (σπάνια επίσης μεταξύ στεφανιαίας αρτηρίας και δεξιάς κοιλίας) ή στην πνευμονική κυκλοφορία π.χ. ως εκδήλωση νόσου του Osler. Η διαφυγή από αριστερά προς τα δεξιά οδηγεί σε υπερφόρτιση όγκου της αριστερής καρδιάς ή αν υπάρχει στους πνεύμονες, σε κεντρική κυάνωση (διαφυγή από δεξιά προς τα αριστερά). Ανεύρυσμα μηνοειδούς κόλπου (Aneurysm, sinus of Valsalva)Ανευρυσματική διάταση ενός μηνοειδούς κόλπου της ανιούσας αορτής—είτε συγγενής, λόγω ελλιπούς συνδετικού ιστού στην αορτή, είτε επίκτητη π.χ. ως στοιχείο μεσαορτίτιδας. Μπορεί να επεκταθεί στους πέριξ ιστούς, όπου είναι δυνατοί οι πιο διαφορετικοί συνδυασμοί, λόγω της γειτνίασης με όλες σχεδόν τις καρδιακές κοιλότητες και τα μεγάλα αγγεία. Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι μια σημαντική διαφυγή από αριστερά προς τα δεξιά με πολύ μεγάλη υπερφόρτιση όγκου της αριστερής κοιλίας. Ανευρυσματεκτομή (Aneurysmeclomy)Εγχειρητική μέθοδος για την αφαίρεση ενός ανευρύσματος του καρδιακού τοιχώματος. Τα εγχειρητικά αποτελέσματα και οι κίνδυνοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την κατάσταση του απομένοντος μυοκαρδίου, και αυτή με τη σειρά της, από την κατάσταση των στεφανιαίων αρτηριών που το αιματώνουν. Ανεύρυσμα του καρδιακού τοιχώματος (Heart wall aneurysm)Βλ. Ανεύρυσμα. Ανταγωνιστής της αλδοστερόνης (Aldosterone antagonist)Στεροειδής ουσία (π.χ. σπειρονολακτόνη) που αναστέλλει ανταγωνιστικά τη δράση της αλδοστερόνης στο άπω σωληνάριο του νεφρού. Συνεπώς η δράση της οδηγεί σε αύξηση της απεκκρίσεως νατρίου και χλωρίου με μείωση του όγκου του πλάσματος, ενώ η απέκκριση ασβεστίου ελαττώνεται. Λόγω της διουρητικής της δράσης η σπειρονολακτόνη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας (βλ. λ.) και της υψηλής αρτηριακής πίεσης. Βλ. επίσης Αντιυπερτασικό και Διουρητικό. Ορισμένοι ανταγωνιστές της αλδοστερόνης αναστέλλουν αμέσως το σχηματισμό αλδοστερόνης στη φλοιώδη ουσία των επινεφριδίων (π.χ. μεταπυρόνη, ηπαρίνη). Δεν προσφέρεται για τη θεραπεία του οιδήματος και της υπερτάσεως, λόγω ανεπιθύμητων παρενεργειών. Ανταγωνιστής του ασβεστίου (Calcium antagonist)Ουσία που αναστέλλει την εισροή ασβεστίου δια μέσου της κυτταρικής μεμβράνης στο συσταλτικό σύστημα των λείων μυϊκών ινών των αγγειακών τοιχωμάτων. Επειδή τα ιόντα ασβεστίου στα μυϊκά κύτταρα των αγγείων χρησιμεύουν ως μεσάζοντες μεταξύ διέγερσης της κυτταρικής μεμβράνης και συστολής, οι ανταγωνιστές του ασβεστίου προκαλούν αγγειοδιαστολή. Γι' αυτό οι ουσίες αυτές χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του αγγειόσπασμου στα στεφανιαία αγγεία και ως αντιυπερτασικά (βλ. λ.) για ελάττωση της αρτηριακής πίεσης. Οι ανταγωνιστές του ασβεστίου εμποδίζουν επίσης την παθολογική άθροιση ιόντων Ca++ (π.χ. επί υπερδιέγερσης του συμπαθητικού, από stress ή διαιτητικής ελλείψεως Κ+ και Mg++ κ.λ.π.), στα μυοκαρδιακά κύτταρα, περιορίζοντας έτσι τη νέκρωση του μυοκαρδίου. Σε ποικίλο βαθμό αναστέλλουν οι ανταγωνιστές του ασβεστίου την ηλεκτρογένεση αυτόματων βηματοδοτικών δυναμικών στο φλεβόκομβο και τον κολποκοιλιακό κόμβο, τα οποία εξαρτώνται απολύτως από τα ιόντα Ca++ ως φορείς φορτίου διαμέσου της κυτταρικής μεμβράνης. Γι' αυτό ασκούν αρνητική επίδραση στις αυτόματες λειτουργίες των κέντρων αυτών και στην αγωγιμότητα του κολποκοιλιακού κόμβου. Αντανακλαστικό Bainbridge (Bainbridge reflex)Αυτόνομο αντανακλαστικό από τον δεξιό κόλπο, που αυξάνει την καρδιακή συχνότητα όταν υπάρχει αυξημένη φλεβική επιστροφή στην καρδιά. Αρρυθμία, αναπνευστική.Αντανακλαστικό Gauer-Henry (Gauer-Henry reflex) Αυτόνομο αντανακλαστικό κατά το οποίο εκλύεται αυξημένη διούρηση επί διατάσεως του αριστερού κόλπου. Αντανακλαστικό στεφανιαίας υπερτάσεως (Coronary pressure reflex)Αυτόνομο αντανακλαστικό, κατά το οποίο, η απότομη άνοδος της πιέσεως αρδεύσεως στην αριστερά στεφανιαία αρτηρία προκαλεί πτώση της αρτηριακής πιέσεως. Βλ. επίσης Αντανακλαστικό του στεφανιαίου κόλπου. Αντανακλαστικό του καρωτιδικού κόλπου (Carotid sinus reflex)Αντανακλαστικό που προκαλεί αντιδράσεις από το πνευμονογαστρικό στην καρδιά και στην κυκλοφορία (το λεγόμενο αντανακλαστικό του Hering) και εκλύεται με πίεση του δεξιού και του αριστερού καρωτιδικού κόλπου (βλ. λ.). Αντανακλαστικό του στεφανιαίου κόλπου (Coronary sinus reflex)Αυτόνομο αντανακλαστικό κατά το οποίο η διάταση του τοιχώματος του στεφανιαίου κόλπου οδηγεί σε πτώση της αρτηριακής πιέσεως. Βλ. Επίσης Αντανακλαστικό στεφανιαίας υπερτάσεως. Αντιαρ ρυθμικά (Anti-arrhythmic)Φάρμακο για τη θεραπεία διαταραχών του καρδιακού ρυθμού. Η ταξινόμηση κατά Vaughan-Williams (1970) πρότεινε τέσσερις κατηγορίες κατά τον τύπο της αντίδρασης: Ι. Φάρμακα που ελαττώνουν την ταχύτητα της εκπολώσεως (dv/dt της φάσεως Ο του δυναμικού ενεργείας) και παρατείνουν την πραγματική ανερέθιστη περίοδο. Τυπικό παράδειγμα: κινιδίνη. Η λιδοκαΐνη, η προκαϊναμίδη, η διφαινυλυδαντοΐνη και τα περισσότερα από τα νεότερα αντιαρρυθμικά ασκούν την κύρια δράση τους κατ' αυτόν τον τρόπο. II. Φάρμακα που καταλαμβάνουν τους αδρενεργικούς υποδοχείς (βλ. λ.) στο τελικό όργανο ή αναστέλλουν τις συμπαθητικές μεταβιβαστικές ουσίες και έτσι εμποδίζουν τη δράση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τους β-αδρενεργικούς αναστολείς (βλ. λ.) και το βρετύλιο. III. Φάρμακα πού παρατείνουν το δυναμικό ενεργείας. Παράδειγμα: αμιοδαρόνη. IV. Φάρμακα που αναστέλλουν κυρίως τη βραδεία εισροή ασβεστίου στο μυοκαρδιακό κύτταρο. Η δράση είναι ιδιαίτερα έντονη στον κολποκοιλιακό κόμβο, επειδή το ερεθισματαγωγό του σύστημα εξαρτάται κυρίως από τη βραδεία εισροή ασβεστίου. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τους ανταγωνιστές του ασβεστίου (βλ. λ.) με τυπικό εκπρόσωπο τη βεραπαμίλη. Αντίδραση Eisenmenger (Kisenmenger reaction)Αντιδραστική ανάπτυξη υπερτάσεως αντιστάσεως στην πνευμονική κυκλοφορία, σε ελλείμματα με κάπως μεγάλη διαφυγή από αριστερά προς τα δεξιά (π.χ. ελλείμματα μεσοκολπικού και μεσοκοιλιακού διαφράγματος, ανοικτός αρτηριακός πόρος) και χρόνια υπερφόρτιση όγκου στους πνεύμονες. Καταλήγει σε προσαρμοστική υπερτροφία της δεξιάς κοιλίας με προοδευτική ελάττωση της διαφυγής από αριστερά προς τα δεξιά και μπορεί να οδηγήσει σε αναστροφή της διαφυγής με κυάνωση αναμείξεως. Αντικατάσταση καρδιακής βαλβίδας (Heart valve replacement)Χειρουργική τεχνική για την αντικατάσταση βαλβίδων της αριστερής καρδιάς με παθολογικές βλάβες και της τριγλώχινας, όταν μια επέμβαση για τη διάσωση τους δεν είναι πια δυνατή. Σήμερα χρησιμοποιούνται τρία είδη προτύπων καρδιακής βαλβίδας: 1. Σφαιροειδείς προθέσεις (π.χ. σφαιροειδής βαλβίδα Starr-Edwards) στην οποία τη λειτουργία βαλβίδας αναλαμβάνει μια σφαίρα μέσα σε ένα δικτυωτό κλωβό. 2. Δισκοειδείς προθέσεις, από τις οποίες υπάρχουν τρεις τύποι: α. Επιπλέουσες δισκοειδείς βαλβίδες με κεντρική σύγκλειση, που ελέγχονται από μια μεταλλική παγίδα, όμοια με των σφαιροειδών βαλβίδων (π.χ. προθέσεις Beall, Cooley-Bloodwell, Starr-Edwards μοντέλο 6.500, Kay-Shiley). β. Δισκοειδής βαλβίδα με ασύμμετρη κλίση (π.χ. μοντέλα Bjork-Shiley ή Lillehei-Kaster). γ. Διπλή δισκοειδής βαλβίδα, που ανοίγει κεντρικά προς τη διεύθυνση της ροής σαν καταπακτή (πρόθεση St. Jude Medical). 3. Βιοπροθέσεις {βλ. λ.) από αορτικές βαλβίδες πτώματος ανθρώπου (ομοιομοσχεύματα) ή πιο συχνά, αορτικές βαλβίδες χοίρου, σταθεροποιημένες με γλουταραλδεΰδη (ετερομοσχεύματα) (π.χ. βιοπροσθέσεις Hancock, Carpentier ή Edwards). Από το 1971 χρησιμοποιήθηκαν με καλά αποτελέματα και περικαρδιακές προθέσεις, σταθεροποιημένες με γλουταραλδεύδη (προθέσεις Jonesco-Shiley). Οι μηχανικές προθέσεις είναι πιο ανθεκτικές από τις βιοπροθέσεις, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα. Έχουν, βέβαια, μεγαλύτερη θρομβογένεση, που απαιτεί μακροχρόνια αντιπηκτική θεραπεία, πράγμα που δεν συμβαίνει με τις βιοπροθέσεις. Το παλαιότερο πρόβλημα της αιμόλυσης με τις μηχανικές βαλβίδες μπορεί τώρα να μη ληφθεί υπ' όψη. Βλ. επίσης: Αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας, αντικατάσταση της μιτροειδούς βαλβίδας, αντικατάσταση της τριγλώχινας βαλβίδας. Αντικατάσταση μιτροειδούς βαλβίδας (Mitral valve replacement)Χειρουργική τεχνική για την αντικατάσταση της πάσχουσας μιτροειδούς βαλβίδας, όταν δεν είναι πια δυνατή μία ενέργεια διατήρησης της βαλβίδας (βλ. Βαλβιδοτομία, Δακτυλιορραφία). Ως υποκατάστατα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σφαιροειδείς και δισκοειδείς βαλβίδες, καθώς και βιοπροσθέσεις. Η διαδικασία γίνεται με τη βοήθεια εξωσωματικής κυκλοφορίας (βλ. Καρδιοπνευμονική μηχανή). Η εγχειρητική θνησιμότητα, που εξαρτάται από την κλινική σοβαρότητα, κυμαίνεται από κάτω του 3% (στάδια Ι και II ΝΥΗΑ) έως άνω του 20% (στάδιο IV ΝΥΗΑ). Βλ. επίσης: Αντικατάσταση καρδιακών βαλβίδων. Αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας (Aortic valve replacement)Χειρουργική τεχνική για την αντικατάσταση πάσχουσας αορτικής βαλβίδας. Από το 1960 εκτελείται ως μέθοδος ανοιχτής καρδιάς με εξωσωματική κυκλοφορία (βλ. Καρδιοπνευμονική μηχανή). Ως υποκατάστατα χρησιμοποιούνται κυρίως μεταλλικές και βιολογικές προθέσεις (βιοπροθέσεις). Η εγχειρητική θνησιμότητα είναι σήμερα κάτω του 10% βλ. επίσης: Αντικατάσταση καρδιακών βαλβίδων. Αντικατάσταση τριγλώχινας βαλβίδας (Tricuspid valve replacement)Χειρουργική διαδικασία για την αντικατάσταση μιας τριγλώχινας βαλβίδας που έχει υποστεί βλάβη από νόσο, όταν μια τεχνική διατηρήσεως της (βλ. Δακτυλιορραφία) δεν είναι δυνατή. Υποκατάστατα που χρησιμοποιούνται συνήθως, είναι κεκλιμένες δισκοειδείς προθέσεις ή βιοπροσθέσεις. Η μέθοδος εκτελείται με τη βοήθεια εξωσωματικής κυκλοφορίας (καρδιοπνευμονική μηχανή). Στην αντικατάσταση της τριγλώχινας με πρόθεση, η θνησιμότητα είναι μέχρι 40%. Γι' αυτό προτιμάται, ειδικά γι' αυτή τη βαλβίδα, η εγχείρηση ανακατασκευής. Βλ. επίσης: Αντικατάσταση καρδιακών βαλβίδων. Αντιπηκτικό (Anticoagulant)Ουσία που επηρεάζει την πηκτικότητα του αίματος και χρησιμοποιείται προληπτικά κατά των θρομβωτικών επιπλοκών πριν από και μετά από ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου, μετά από εγχείρηση στην καρδιά και σε διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, μεταξύ άλλων: Διάκριση γίνεται μεταξύ: 1. Αντιπηκτικών από το στόμα α. του τύπου της κουμαρίνης, που αναστέλλουν τη σύνθεση στο ήπαρ πηκτικών παραγόντων, που εξαρτώνται από τη βιταμίνη Κ, β. αναστολέων της συγκολλήσεως των αιμοπεταλίων (βλ. λ.) που ασκούν τη δράση τους εμποδίζοντας τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων. 2. Ενδοφλεβίων ή υποδορίων «ηπαρινοειδών» αντιπηκτικών. Aορτικό μπαλλόνι (Counterpulsation, aortic)Τεχνική, εφαρμοζόμενη στο καρδιογενές shock για να ελαφρώσει το καρδιακό έργο, με το πέρασμα ενός μπαλονιού στην ανιούσα αορτή για δημιουργία τεχνητής μηχανικής σφύξεως. Το μπαλόνι φουσκώνεται κατά τη διάρκεια της διαστολής και ξεφουσκώνεται κατά τη διάρκεια της συστολής, βοηθώντας έτσι τη ροή του αίματος προς την περιφέρεια. Αντιυπερτασιακό (antihypertensive).Χημική ουσία, που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης. Η φαρμακοθεραπεία της υπέρτασης περιλαμβάνει σήμερα τις ακόλουθες ομάδες ουσιών: 1. Οι αναστολείς των β-υποδοχέων (βλ. λ.) δρουν αναστέλλοντας ανταγωνιστικά τους β-υποδοχείς (βλ. Αδρενεργικός υποδοχέας). 2. Τα διουρητικά (βλ. λ.) ασκούν τη δράση τους στο σύστημα των ουροφόρων σωληναρίων ως «αλατοδιουρητικά», ως εξοικονομητικά καλίου διουρητικά και ως διουρητικά της αγκύλης. Τους αποδίδεται επίσης άμεση αγγειακή δράση. 3. Οι ανταγωνιστές της αλδοστερόνης (βλ. λ.) δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης- αλδοστερόνης των νεφρών και των επινεφριδίων. 4. Οι ανταγωνιστές του ασβεστίου (βλ. λ.) επηρεάζουν την εισροή ασβεστίου στους λείους μυς των αγγείων και έτσι προκαλούν αγγειοδιαστολή. 5. Τα αγγειοδιασταλτικά (βλ. λ.) δρουν αμέσως στους λείους των αγγείων. 6. Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (βλ. λ.). 7. Ανταγωνιστές των υποδοχέων ΑΤ1 της αγγειοτασίνης ΙΙ Αντλητικη ανεπάρκεια (Pump failure)Βλ. Καρδιακή ανεπάρκεια. Αντλία ενδοαορτικού μπαλονιού (Intra-aortic balloon pump)Βλ. Αντίσφυξη, αορτική. Ανύσματακαρδιογράφημα (Electrocardiogram, vectoral, VCG, Vectorcardiogram)Εγγραφή των ηλεκτρικών δυναμικών ενεργείας της καρδιάς μέσω δερματικών ηλεκτροδίων που συνδέονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μια καθοδική ακτίνα που εκτρέπεται από τις ηλεκτρικές δυνάμεις σε ένα δισδιάστατο σύστημα συντεταγμένων, να διαγράφει μιαν ανυσματική καμπύλη. Όπως το συμβατικό ΗΚΓ, το ΑΚΓ συνίσταται από κολπικά και κοιλιακά στοιχεία, με επάρματα Ρ, QRS και Τ, από τα οποία τα Ρ και QRS αντιπροσωπεύουν την εξάπλωση της διεγέρσεως στους κόλπους και τις κοιλίες, τα δε επάρματα Τ την παλινδρόμηση του κοιλιακού ερεθίσματος. Ανώμαλες πνευμονικές φλέβεςβλ. Πνευμονικές φλέβες, ανώμαλες. Ανώμαλο έπαρμα Q (Abnormal Q wave)Παθολογικό έπαρμα Q στην απαγωγή III και ορισμένες άλλες απαγωγές βαθύτερο από ένα τέταρτο του εύρους του επάρματος R, με διάρκεια τουλάχιστον 0,04 δευτερόλεπτου. Σημαντικό κριτήριο στη διάγνωση του εμφράγματος. Αορτή, εφιππεύουσα (Aorta, overriding)Δεξιά θέση της αορτής με την έκφυσή της επάνω από την κοινή οδό εκροής των δύο κοιλιών επί τετραλογίας του Fallot (βλ. λ.) σοβαρή συγγενής καρδιακή ανωμαλία. Αορτική ανεπάρκεια (Aortic incompetence, ΑΙ)Βαλβιδική βλάβη της καρδιάς, συνήθως επίκτητη, με ανεπαρκή σύγκλιση των γλωχινών της αορτικής βαλβίδας και συνακόλουθη παλινδρόμηση αίματος από την αορτή στην αριστερά κοιλία κατά τη διάρκεια της διαστολής. Οι πιθανές αιτίες περιλαμβάνουν: 1. τον ρευματικό πυρετό 2. τη μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα 3. την κυστική νέκρωση του μέσου χιτώνα 4. την μυξωματώδη εκφύλιση 5. την αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα 6. την σύφιλη 7. το σύνδρομο Reiter 8. τη ρευματοειδή αρθρίτιδα 9. τις νόσους του συνδετικού ιστού (σύνδρομο Hurler, σύνδρομο Marfan, σύνδρομο Ehlers-Danlos, ατελής οστεογένεση) 10. τη συγγενή διγλώχινα αορτική βαλβίδα 11. την υπέρταση 12. το διαχωριστικό ανεύρυσμα της αορτής. Η αορτική ανεπάρκεια οδηγεί σε υπερφόρτιση όγκου της αριστερής κοιλίας με διάσταση και σε περιπτώσεις χωρίς θεραπεία-τελικά σε ανεπάρκεια της αριστερής καρδιάς. Αορτική βαλβίδα (Aortic valve)Καρδιακή βαλβίδα μεταξύ αριστερής κοιλίας και αορτής, αποτελούμενη φυσιολογικά από τρεις μηνοειδείς πτυχές. Αορτική βαλβίδα, μονόπτυχη ή δίπτυχηΣυγγενής διαμαρτία διαπλάσεως της αορτικής βαλβίδας που αποτελείται μόνο από μια ή δύο πτυχές και έχει προδιάθεση για στένωση ή ανεπάρκεια. Αορτική βαλβιδοπάθεια, μικτή (Aortic valve defect, combined)Στένωση και ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας, Αορτική βαλβιδίτις (Aortic valvulitis)Οξείες φλεγμονώδεις βλάβες της αορτικής βαλβίδας συνοδευόμενες συνήθως από ήπια αορτική παλινδρόμηση και βραχύ μεσοδιαστολικό φύσημα (πρώιμο διαστολικό φύσημα σε έκδηλη αορτική ανεπάρκεια). Αορτική εστία, αορτική επιφάνεια (Aortic area)Σημείο ακρόασης της αορτικής βαλβίδας επάνω από το 1ο και 2ο δεξιό μεσοπλεύριο διάστημα στην παραστερνική γραμμή. Αορτική στένωση (Aortic stenosis, AS)Συγγενής ή επίκτητη βαλβιδοπάθεια της καρδιάς με στένωση του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας. Διακρίνονται βαλβιδική, υποβαλβιδική και υπερβαλβιδική μορφή της αορτικής στενώσεως, ανάλογα με την ανατομική έδρα της στενώσεως. Οι επίκτητες μορφές εκδηλώνονται σχεδόν αποκλειστικά ως βαλβιδικές στενώσεις (εκτός της ιδιοπαθούς υπερτροφικής υπαορτικής στενώσεως) (ΗΜΚ) (βλ. λ. και της υπερτροφικής καρδιομυοπάθειας). Τα τρία τέταρτα, περίπου, του συνόλου των περιπτώσεων βαλβιδικής στένωσης είναι συγγενή, οι δε περισσότερες από αυτές έχουν μονόπτυχες ή δίπτυχες βαλβίδες. Αιτιολογικώς, στις περιπτώσεις αυτές ενοχοποιείται μια όψιμη εμβρυϊκή ενδοκαρδίτιδα, ενώ στις επίκτητες μορφές, εκτός από τις εκφυλιστικές ασβεστοποιητικές βλάβες και την ΗΜΚ, είναι πιθανότατη μια ρευματική αιτία. Η σπάνια υποβαλβιδική αορτική στένωση είναι συγγενής και συνδυάζεται σε άνω του 50% των περιπτώσεων με επιπρόσθετες καρδιακές βλάβες. Η υπερβαλβιδική αορτική στένωση είναι συγγενής, συνδυαζόμενη συνήθως με ενδοκρινικές και ψυχικές διαταραχές και μερικές φορές κληρονομική επί πολλές γενεές. Η αορτική στένωση οδηγεί σε υπερφόρτιση πίεσης στην αριστερά καρδιά με επιτεινόμενα σημεία αριστερής καρδιακής ανεπάρκειας. Αορτική σύφιλη (Aortic syphilis)Όψιμη εκδήλωση της συφιλιδικής λοιμώξεως που αφορά τον μέσο χιτώνα της αορτής (συφιλιδική μεσαορτίτιδα) με ρήξη των ελαστικών ινών και σχηματισμό συφιλιδικού ανευρύσματος με ή χωρίς ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας. Αορτικό ανεύρυσμα (Aorticaneurysm)βλ. Ανεύρυσμα. Αορτικός διαχωρισμός (Aortic dissection)Χωρισμός του αορτικού τοιχώματος στο επίπεδο του μέσου χιτώνα προκαλούμενος από αιμορραγία στον μέσο χιτώνα σε συνδυασμό με ρήξη του έσω χιτώνα ή από ρήξη των αγγείων του αγγείου (vasa vasorum) που αιματώνουν το μέσο χιτώνα. Διακρίνονται τρεις μορφές: Τύπος Ι: Διαχωρισμός της ανιούσας αορτής με συμμετοχή της αορτικής βαλβίδας, περιφερειακά δε μέχρι το διχασμό της αορτής. Τύπος ΙΙ: Διαχωρισμός περιοριζόμενος στην ανιούσα αορτή. Τύπος III: Διαχωρισμός της κατιούσας αορτής χωρίς συμμετοχή της ανιούσας και του αορτικού τόξου. Αιτιολογία: Άνω της ηλικίας των 40 ετών με διαχωρισμό τύπου III, υπάρχουν συνήθως επίκτητες εκφυλιστικές αλλοιώσεις σε συνδυασμό με αρτηριακή υπέρταση. Κάτω της ηλικίας των 40 και στους τύπους Ι και II υπάρχει συγγενής αδυναμία του τοιχώματος της αορτής με εκφύλιση των ελαστικών ινών (π.χ. κυστική νέκρωση του μέσου χιτώνα στο σύνδρομο Marfan) ή προυπάρχον αορτικό ανεύρυσμα (βλ. Ανεύρυσμα). Επακόλουθα: Στο διαχωρισμό της ανιούσας αορτής με συμμετοχή της αορτικής βαλβίδας, οξεία στεφανιαία και αορτική ανεπάρκεια με ανεπάρκεια της αριστερής καρδίας. Στο διαχωρισμό του αορτικού τόξου, συμπίεση των αρτηριών που αιματώνουν τον εγκέφαλο και τα άνω άκρα. Στο διαχωρισμό της κατιούσας αορτής, συμπίεση των νεφρικών αρτηριών, της μεσεντερίου αρτηρίας, και των πυελικών αρτηριών με ισχαιμία των σχετικών οργάνων. Αορτικό στοιχείο του δεύτερου τόνου (Aortic sound)βλ. Τόνος συγκλίσεως της αορτικής βαλβίδας. Αορτίτιδα του μέσου χιτώνα, συφιλιδική (Mesial aortitis, syphilitic)βλ. Αορτική Σύφιλη και Σύφιλη Καρδιακή. Αορτοπνευμονικό συρίγγιο (Aortopulmonary fistula)Συγγενής καρδιοπάθεια, συνήθως με ευρύ βραχυκυκλωματικό άνοιγμα μεταξύ ανιούσας αορτής, κοντά στην αορτική βαλβίδα, και πνευμονικής αρτηρίας με διαφυγή αίματος από τα αριστερά προς τα δεξιά. Αορτοστεφανιαία παράκαμψη (Aortocoronary bypass)Εγχειρητική τεχνική, χρησιμοποιούμενη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 για την αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου δια μέσου επαναγγειώσεως του μυοκαρδίου με χρησιμοποίηση συνήθως, παρακαμπτηρίου(-ων) οδού(-ων) από μία ή και δύο έσω μαστικές αρτηρίες, από τη μείζονα σαφηνή φλέβα (σπάνια από την ελάσσονα σαφηνή ή την κεφαλική φλέβα). Κάθε παρακαμπτήριος οδός αναστομώνεται στο ένα άκρο με το προοριζόμενο για επαναγγείωση στεφανιαίο αγγείο. Με ένα τμήμα φλέβας καταλλήλου μήκους μπορούν να επαγγειωθούν συγχρόνως πολλοί κλάδοι των στεφανιαίων με τη δημιουργία μιας ή περισσοτέρων επιπρόσθετων πλαγιοπλαγίων αναστομώσεων. Απαγωγές Einthoven (Einthoven lead)Οι διπολικές απαγωγές Ι-ΙΙΙ των άκρων του συμβατικού ΗΚΓ. Βλ. Ηλεκτροκαρδιογράφημα, συμβατικό. Απαγωγές Goldberger (Goldberger leads)Οι μονοπολικές απαγωγές των άκρων AVR, aVL και aVF στο συμβατικό ΗΚΓ. Βλ. Ηλεκτροκαρδιογράφημα, συμβατικό. Απαγωγές Wilson (Wilson leads)βλ. Προκάρδιες απαγωγές. Απαγωγή V (V lead)Βλ. Προκάρδιες απαγωγές. Συνών.: Απαγωγές του Wilson. Απινίδωση (Defibrillation)Αποκατάστσαη των ηλεκτρικών ρυθμών της καρδιάς με τη βοήθεια ηλεκτρικής διέγερσης υψηλής τάσης 300-400 W·Sec, επί κοιλιακού πτερυγισμού (βλ. λ.) και κοιλιακής μαρμαρυγής (βλ. λ.) Βλ. επίσης, Καρδιοαναστροφή. Αποκατάσταση, πρόγραμμαΚαρδιαγγειακή άσκηση για καρδιοπάθειες υπό ιατρικό και φυσικοθεραπευτικό έλεγχο, προσαρμοσμένη ακριβώς στον τύπο και το στάδιο της νόσου, τη βαρύτητα της και τη σωματική ικανότητα του αρρώστου. Βλ. επίσης: Ομάδες στεφανιαιοπαθών. Αποκλεισμός SA (SA block)Φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός (βλ. λ.). Αποκλεισμός σκέλους (Bundle branch block)Πλήρης ή ατελής, παροδική ή μόνιμη διακοπή της αγωγής του ερεθίσματος σε ένα, δύο ή και τρία δεμάτια του ερεθισματαγωγού συστήματος (βλ. λ.). Βλ. επίσης: Αποκλεισμός του αριστερού σκέλους, Αποκλεισμός του δεξιού σκέλους, Ημιαποκλεισμός της πρόσθιας δεσμίδας του αριστερού σκέλους, Ημιαποκλεισμός της οπίσθιας δεσμίδας του αριστερού σκέλους, Διδεσμιδικός αποκλεισμός. Αποκλεισμός του αριστερού σκέλους (Left bundle branch block, LBBB)Περισσότερο ή λιγότερο έντονη επιβράδυνση ή διακοπή της αγωγής του ερεθίσματος στο αριστερό σκέλος του δεματίου του His, προτού διαιρεθεί στην πρόσθια και την οπίσθια δεσμίδα. Ο τελευταίος κατατάσσεται ως ένας από τους τύπους του διδεσμιδικού αποκλεισμού (βλ. λ.). Ο LBBB μπορεί να είναι πλήρης, ατελής, μόνιμος (μη αντιστρεπτός), παροδικός (αντιστρεπτός), ή διαλείπων. Αποκλεισμός του δεματίου του His (His-bundle block)Διακοπή της αγωγής του ερεθίσματος στο δεμάτιο του His (βλ. λ.). Αποκλεισμός του δεξιού σκέλους του His (Right bundle branch block, RBBB)Περισσότερο ή λιγότερο σημαντική επιβράδυνση ή διακοπή αγωγής στο δεξιό σκέλος του δεματίου του His. Αποκλεισμός του Mobitz (Mobitz block)Ηλεκτροκαρδιογραφικός όρος για παροδικό ή μόνιμο αποκλεισμό στο ερεθισματαγωγό σύστημα της καρδιάς μεταξύ του φλεβοκόμβου και του κολποκοιλιακού κόμβου ή στην περιοχή του δεματίου του His ή περιφερικότερα, με, κατά τα άλλα, φυσιολογικά ή σταθερά παρατεταμένα διαστήματα SA ή AV (φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός βαθμού II ή κολποκοιλιακός αποκλεισμός βαθμού II). Βλ. επίσης: Περίοδος του Wenckeback. Απόλυτη αρρυθμίαβλ. Αρρυθμία, απόλυτη. Αποτιτάνωση των στεφανιαίων (Coronary calcification)Βλ. Στεφανιαία σκλήρυνση και στεφανιαία νόσος της καρδιάς. Αριστερά καρδιακή ανεπάρκεια (Left heart failure)Βλ. Καρδιακή ανεπάρκεια. Αριστερά κοιλία (LV, left ventricle)Αριστερά στεφανιαία αρτηρίαΑριστερά στεφανιαία αρτηρία βλ. Στεφανιαίες αρτηρίες. Αριστερός επικρατών τύπος στεφανιαίας κυκλοφορίας (Left supply type)Βλ. Στεφανιαίες αρτηρίες. Αριστερός κόλπος (LA, Left atrium)Αριστερός οπίσθιος ημιαποκλεισμός (Left posterior hemiblock)Βλ. Ημιαποκλεισμός, αριστερός οπίσθιος. Αριστερός πρόσθιος ημιαποκλεισμός (Left anterior hemiblock, LAH)Βλ. Ημιαποκλεισμός, αριστερός πρόσθιος. Αρνητικά Τ (Τ negativity)Ηλεκτροκαρδιογραφικός όρος για το κύμα Τ του ηλεκτροκαρδιογραφήματος, με αρνητική πολικότητα αυτού. Αιτία: ισχαιμία, φλεγμονή, τοξικές και ρευματικές επιδράσεις. Αρρυθμία (Arrhythmia)Γενικός όρος για διαταραχές του καρδιακού ρυθμού ποικίλης προελεύσεως και διαφορετικής προγνώσεως. Βλ. Διαταραχές του καρδιακού ρυθμού. Αρρυθμία αναπνευστική (Arrhythmia, respiratory)Φυσιολογική ιδιότητα της δραστηριότητας του φλεβοκόμβου, εξαρτώμενη από την αναπνοή, με αύξηση της καρδιακής συχνότητας κατά την εισπνοή και ελάττωση κατά την εκπνοή (φλεβοκομβική αρρυθμία). Εμφανίζεται κυρίως στους νέους και σε άτομα με αυξημένο τόνο του παρασυμπαθητικού. Αρρυθμία απόλυτη ή πλήρης (Arrhythmia, absolute)Ασυντόνιστη ηλεκτρική δραστηριότητα των κόλπων και των κοιλιών στην κολπική μαρμαρυγή (βλ. λ.) ή τον κολπικό πτερυγισμό (βλ. λ.). Αρτηρία του φλεβοκόμβου (Sinus node artery)Βλ. Φλεβόκομβος. Αρτηριακή πίεση (Blood pressure, arterial, BP)Πολυσύνθετες τιμές, καθοριζόμενες από τον κατά λεπτό όγκο αίματος καθώς και από τις περιφερειακές αντιστάσεις, τη χωρητικότητα και τη διατασιμότητα του περιφερειακού αγγειακού συστήματος. Η συστολική και η διαστολική πίεση αντιπροσωπεύουν, αντίστοιχα, τα ανώτερα και κατώτερα όρια των περιοδικών διακυμάνσεων γύρω από μια μέση τιμή. Η διαφορά μεταξύ των τιμών της συστολικής και της διαστολικής είναι το εύρος πίεσης. Αύξηση του κατά λεπτόν όγκου αίματος, οφειλόμενη σε μεγαλύτερο όγκο παλμού, οδηγεί σε αύξηση της πίεσης με μεγάλο εύρος (υπέρταση τύπου παροχής), ενώ αύξηση του κατά λεπτό όγκου αίματος, οφειλόμενη σε μεγαλύτερη καρδιακή συχνότητα, οδηγεί σε αύξηση της πίεσης με μικρό εύρος. Αύξηση των περιφερειακών αντιστάσεων, αυξάνει τόσο τη συστολική, όσο και τη διαστολική πίεση (υπέρταση τύπου αντιστάσεως). Μείωση της διατασιμότητας του αγγειακού συστήματος (οφειλόμενη σε αρτηριοσκλήρωση), ανεβάζει τη συστολική πίεση, ενώ η διαστολική τιμή παραμένει αμετάβλητη ή πέφτει. Αρτηριακός ή Βοτάλλειος πόρος (Ductus arteriosus)Ευρεία αναστόμωση μεταξύ πνευμονικής αρτηρίας και αορτής, που παίζει σημαντικό ρόλο στην εμβρυϊκή κυκλοφορία. Βλ. κυκλοφορία, εμβρυϊκή. Αρτηριακός πόρος, ανοικτός (Ductus arteriosus, persistent)Συγγενής αγγειακή ανωμαλία με παραμονή μετά τη γέννηση επικοινωνίας μεταξύ αορτής και στελέχους της πνευμονικής αρτηρίας, που παράγει διαφυγή εξ αριστερών προς τα δεξιά με χρόνια υπεραιμάτωση ή υπερφόρτιση όγκου των πνευμόνων, του αριστερού κόλπου και της αριστερής κοιλίας και της ανιούσας αορτής μέχρι της εκφύσεως του πόρου. Ο ανοικτός αρτηριακός πόρος είναι μία από τις συχνότερες συγγενείς ανωμαλίες της καρδιάς και των μεγάλων αγγείων (10-25%), εμφανίζεται δε σε διπλάσια συχνότητα στις γυναίκες από τους άνδρες. Όχι σπάνια συνδυάζεται με άλλες καρδιακές ανωμαλίες. Αν δεν διορθωθεί η επικοινωνία οδηγεί στο θάνατο από αριστερά καρδιακή ανεπάρκεια, στην πρώιμη παιδική ηλικία ή-φθάνοντας στην ενηλικίωση-σε αντιδραστική πνευμονική υπέρταση με τα επακόλουθα της. Θεραπεία εκλογής: εγχειρητική περίδεση ή εκτομή του πόρου σε ηλικία μεταξύ 3 και 25 ετών. Αρτηριοσκλήρωση των στεφανιαίων (Coronary arteriosclerosis)Βλ. Στεφανιαία νόσος της καρδιάς. Αρτηριοφλεβική επικοινωνία (Arteriovenous (AV) shunt)βλ. Επικοινωνία. Αρτηριοφλεβώδες ανεύρυσμαβλ. Ανεύρυσμα, αρτηριοφλεβώδες. Αρχή του Fick (Fick principle)Μέθοδος υπολογισμού της καρδιακής παροχής (βλ. λ.) από μετρήσεις της προσλήψεως οξυγόνου και της διαφοράς της περιεκτικότητας σε οξυγόνο μεταξύ αρτηριακού και φλεβικού αίματος. Βλ. επίσης: Θερμοαραίωση. Ασβεστοποιός συμφυτική περικαρδίτιδα (Clarified constrictive pericarditis)Χρόνια, συμφυτική, φλεγμονώδης νόσος του περικαρδίου με οστρακώδη ασβεστοποίηση που περιορίζει τη διαστολική πλήρωση και τη συστολική κένωση των κοιλιών. Αιτιολογία: Στα 40-50% άγνωστη, στα 20-30% φυματιώδης, σπανιότερα συνέπεια (τραυματικού) αιμοπερικαρδίου ή πυώδους, μη ειδικής περικαρδίτιδας ή οφειλόμενη σε νεοπλασία, ακτινοθεραπεία ή νόσο του κολλαγόνου. Μεγίστη συχνότητα την 3η και 4η δεκαετία της ζωής, 2-3 φορές συχνότερη στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Θεραπεία εκλογής-περικαρδιεκτομή. Βλ. επίσης Συμφυτική περικαρδίτιδα. Ασυγχρονία (Asynchrony)βλ. Ασυνέργια. Ασυνέργια (Asynergy)Διαταραχή της κοιλιακής συστολής. Γίνεται διάκριση ανάμεσα στους ακόλουθους όρους: 1. Υποκινησία: ελάττωση του εύρους της συστολής. 2. Ακινησία: απουσία εύρους συστολής. 3. Δυσκινησία: παράδοξη προς τα έξω κίνηση μιας περιοχής του τοιχώματος κατά τη διάρκεια της συστολής. 4. Ανεύρυσμα: σχετικά μεγάλη δυσκινητική περιοχή με παράδοξη κίνηση ή σημαντική ακινητική προεξοχή που εκτείνεται σαφώς πέρα από το περίγραμμα του φυσιολογικού τοιχώματος, ακόμη και κατά τη διάρκεια της διαστολής, βλ. Ανεύρυσμα. 5. Ασυγχρονία: διαδοχική καθυστερημένη συστολή σε μεμονωμένες περιοχές του τοιχώματος. Ασυστολία (Asystole)Καρδιακή παύση, ακολουθούσα παύση του φλεβοκόμβου ή φλεβοκομβοκολπικό αποκλεισμό, με ή χωρίς καθυστερημένη παρέμβαση κολποκοιλιακού ή κοιλιακού έκτοπου ρυθμού (βλ. επίσης Σύνδρομο Morgagni - Adams - Stokes). Ατρησία της πνευμονικής αρτηρίας (Pulmonary atresia)Βλ. Ψευδοστέλεχος, αορτικό. Ατρησία της τριγλώχινας (Tricuspid atresia)Συγγενής κυανωτική καρδιακή ανωμαλία, στην οποία η κολποκοιλιακή βαλβίδα της δεξιάς καρδιάς αποτελείται μόνο από ένα πέταλο συνδετικού ιστού χωρίς άνοιγμα. Η κυκλοφορία είναι τότε δυνατή μόνον αν υπάρχει επίσης μεσοκολπικό και μεσοκοιλιακό έλλειμμα. Διάκριση γίνεται μεταξύ τύπου Ι, χωρίς μετάθεση των μεγάλων αρτηριών, και τύπου II, με συνοδό μετάθεση. Ατρησία των στεφανιαίων (Coronary atresia)Απουσία μεγάλου στεφανιαίου αγγείου. Πολύ σπάνια συγγενής ανωμαλία σε συνδυασμό, συνήθως, με άλλες συγγενείς βλάβες, όπως ομοκυστινουρία, αταξία του Friedreieh, σύνδρομο Hurler κ.λπ. Α-υποδοχέαςΒλ. αδρενεργικός υποδοχέας Αυτόματη παραγωγή διεγέρσεων (Impulse formation, automatic)Δυναμικά ενεργείας που εκλύονται αυτόματα, με βάση τη σταθερά αυτοεπαναλαμβανόμενη βραδεία αυτόματη διαστολική εκπόλωση, έως το επίπεδο του δυναμικού του ουδού. Κάθε φορά που επιτυγχάνεται αυτό, εκπέμπεται ένα δυναμικό ενεργείας. Όλα τα κύτταρα του ερεθισματαγωγού συστήματος (βλ. λ.) είναι ικανά για αυτοματισμό με το βαθμό κλίσεως της καμπύλης της διαστολικής εκπόλωσης ελαττούμενο από το κέντρο προς την περιφέρεια. Έτσι, ο φλεβόκομβος λειτουργεί ως πρωτεύων βηματοδότης, ενώ τα κύτταρα του κολποκοιλιακού κόμβου και του κοιλιακού ερεθισματαγωγού συστήματος μπορούν να λειτουργήσουν ως δευτερεύοντα ή τριτεύοντα βηματοδοτικά κέντρα. Αυτοματισμός (Automatism)Ικανότητα για αυτόνομη παραγωγή ρυθμικών διεγέρσεων. Ολόκληρο ερεθισματαγωγό σύστημα της καρδιάς είναι ικανό για παραγωγή διεγέρσεων η δε ικανότητα του αυτή συνδέεται με την αυτόματη διαστολική εκπόλωση (βλ. λ.). Αυτή ελαττώνεται σε ταχύτητα εκ των άνω προς τα κάτω, έτσι που ο φλεβόκομβος να ενεργεί ως πρωτεύον, η περιοχή του κολποκοιλιακού κόμβου ως δευτερεύον, και το σύστημα της κοιλιακής αγωγής ως τριτεύον κέντρο αυτοματισμού. |
| |||||||||||||||||||||||||||||||
|